Η αρχαιολογία της μνήμης

03 Νοέμβριος 2012.

Memory, so far from being merely a passive receptacle or storage system, an image bank of the past, is rather an active, shaping force. Samuel 1994, x.

d_plantzos_article

Ιστορία και συλλογική μνήμη

«Το παρελθόν είναι αυτό που θυμόμαστε, αυτό που φανταζόμαστε ότι θυμόμαστε, αυτό που πείθουμε τον εαυτό μας ότι θυμόμαστε, ή υποκρινόμαστε ότι θυμόμαστε», έλεγε ο Harold Pinter το 1974, εξοβελίζοντας από τον λόγο περί παρελθόντος την Ιστορία ως προνομιακό μελετητή του. Η ιδέα ότι το παρελθόν εδράζεται στη μνήμη, αλλά και ότι η μνήμη ή η λήθη του παρελθόντος παίζουν καταλυτικό ρόλο στη σύμπηξη ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων, συζητείται ήδη από τη δεκαετία του 1980, όταν o αρχαιολόγος και καθηγητής αιγυπτιολογίας Jan Assmann στράφηκε προς τις παλαιότερες απόψεις του κοινωνιολόγου Maurice Halbwachs. Ως εκ τούτου, ο σύγχρονος ιστορικός, τουλάχιστον από την εποχή του Raphael Samuel και τα Θέατρα Μνήμης του, έχει αντιληφθεί ότι η μνήμη συνδέεται διαλεκτικά με την ιστορική σκέψη αντί να αποτελεί έναν αντίθετο πόλο γι’ αυτήν ή ακόμη και ένα ασύμβατο πεδίο. Σύμφωνα με αυτήν την ανάγνωση, η πολιτισμική μνήμη συγκροτείται αξιοποιώντας ταυτόχρονα τόσο έναν κανόνα «ιερών» κειμένων και αντικειμένων, αλλά και παραδόσεων, εν πολλοίς επινοημένων, όσο και το ιστοριογραφικό αρχείο που η κοινωνία εμπιστεύεται στα χέρια των επαγγελματιών επιστημόνων ιστορικών. Ενώ η μνήμη των τοπικών ή εθνικών κοινωνιών επιτελείται μέσα από βιωματικές επικλήσεις του συλλογικού φαντασιακού (στις οποίες πρωταγωνιστούν μυθο-ιστορικά γεγονότα, καθαγιασμένα αντικείμενα – «κειμήλια» – και μνημειοποιημένοι τόποι) αισθάνεται παράλληλα επιτακτική την ανάγκη να επικοινωνήσει, μέσω του εντεταλμένου διαμεσολαβητή ιστορικού, με το αρχείο, από το οποίο αντλεί θεσμική νομιμοποίηση και επιστημονική επικύρωση. Την ίδια στιγμή όμως, τόσο το ίδιο το αρχείο όσο και η ιστοριογραφική αξιοποίησή του αντλούν τη δική τους νομιμοποίηση, μια νομιμοποίηση ηθικής τάξεως, από τον βαθμό στον οποίο καλύπτουν τις συγκεκριμένες κάθε φορά ανάγκες της κοινωνίας σχετικά με τη συλλογική μνήμη και λήθη.

Η καλλιέργεια της ατομικής και συλλογικής μνήμης – ιδίως σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας – συνδέεται με τη νοσταλγία για ένα φαντασιακό παρελθόν, προ-νεωτερικό κατά κανόνα και ως εκ τούτου ικανό να εξασφαλίσει τη διάκριση των νεωτερικών ιδιοκτητών-εμπνευστών του εντός του νεωτερικού παρόντος. Μέσω της «ανάμνησης» ενός λαμπρού – αν και έως τώρα παρερμηνευμένου ή και ξεχασμένου – παρελθόντος, αναπτύσσεται η ρητορική της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας ως όπλο ενάντια στις προκλήσεις του παρόντος, ενός παρόντος που προσλαμβάνεται ως ισοπεδωτικό, απειλητικό, παγκοσμιοποιημένο. Η έρευνα των τρόπων με τις οποίες συγκροτείται, εμπεδώνεται, προβάλλεται και μεταπλάθεται η συλλογική μνήμη, των διαδικασιών που ακολουθούνται και των μορφών που παίρνουν οι εκδηλώσεις αυτές, συνιστά μια «αρχαιολογία της μνήμης»: μια επιστημονική διερεύνηση, στο πρότυπο της αρχαιολογίας του Michel Foucault, όπου το αντικείμενο της έρευνάς μας – στη συγκεκριμένη περίπτωση η συλλογική μνήμη – δεν νοείται ως ένα υλικό κατάλοιπο του παρελθόντος, ένα ακόμη αρχαιολογικό εύρημα προς ανασκαφή, ταξινόμηση και ερμηνεία, αλλά οι ίδιες οι διαδικασίες, άλλοτε ενσυνείδητες και άλλοτε όχι, και οι ιδεολογικές στρατηγικές που χρησιμοποιούν οι τοπικές κοινωνίες για να οργανώσουν την πολιτισμική τους ταυτότητα γύρω από το δίπολο συλλογική μνήμη / συλλογική λήθη. Αντλώντας από το έργο του Nietzsche, ο Foucault αρνήθηκε τον ρόλο της ιστορίας ως ουσιοκρατικής αναζήτησης των «αρχών», μιας «αρχαιο-λογίας» σύμφωνα με την ετυμολογική της περιγραφή, υποστηρίζοντας τον ρόλο της ως «γενεαλογίας», όπως την ονομάζει, μιας ερευνητικής αναψηλάφησης των ενεργών διαδικασιών μέσω των οποίων συγκροτούνται η μνήμη και η λήθη.

------------------------------

1 Adler 1974, 462 (αναδημοσιευμένο στο Lowenthal 1985, 193).

2 Πρβλ. Assmann 1988. Assmann 1992. Assmann 1995. Πβ. Halbwachs 1992.

3 Samuel 1994, vii-xiii. Βλ. επίσης Lowenthal 1985, 185-238.

4 Assmann 2010, 96-106.

5 Halbwachs 1992, 46-51.

6 Βλ. Robertson 1992, 146-181. Huyssen 2003, 11-29.

7 Foucault 1977, 139-164.

 

Συλλογική λήθη: Χρούπιστα

Στις 9 Φεβρουαρίου 1926, η ευμεγέθης για τα δεδομένα της εποχής κωμόπολη της Χρούπιστας, λίγα χιλιόμετρα νότια της Καστοριάς, μετονομάστηκε με διάταγμα (ΦΕΚ Α΄ 55/1926) σε «Άργος Ορεστικόν». Όπως έλεγε το 1996 ο Αργίτης λόγιος Λάζαρος Παπαϊωάννου, αυτό έγινε «σ’ ανάμνηση του αρχαίου Ορεστικού Άργους που ήταν το πρωτεύον κέντρο της επαρχίας Ορεστίδας», επιβεβαιώνοντας ότι η ανάκληση της μνήμης προηγείται της ιστορικής έρευνας. Ακολούθησαν, εξάλλου, και νέες μετονομασίες, επί το αρχαιοελληνικότερον, στην ευρύτερη περιοχή, με διατάγματα που εκδόθηκαν τα επόμενα χρόνια. Η τοπική κοινωνία που αναδύθηκε μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων, αλλά και τις αμοιβαίες μετακινήσεις πληθυσμών την επαύριον της Μικρασιατικής Καταστροφής, φαίνεται διατεθειμένη να οικοδομήσει το μέλλον της, όπως άλλωστε συνέβη σε ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα κατά την περίοδο αυτή, στο απώτατο παρελθόν της – ένα παρελθόν μυθικών και ιστορικών αφηγήσεων που σταδιακά, με την αργή αλλά σταθερή συγκέντρωση αρχαιολογικών καταλοίπων, θα αποκτήσει και υλική υπόσταση – κρατώντας από την πρόσφατη ιστορία επιλεκτικά τα στοιχεία εκείνα που τη συνδέουν με το κεντρικό αφήγημα του Ελληνισμού. (Ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Παύλος Μελάς παραμένουν, ακόμη και σήμερα, οι επικρατέστερες ιστορικές προσωπικότητες που ελκύουν τον θαυμασμό των Αργιτών μαθητών γυμνασίου και λυκείου, σύμφωνα με την έρευνα που έχουμε διεξαγάγει στην πόλη και για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω).

Οι αντίπαλες γενεαλογίες ως μέσον ιδεολογικής – και κατά συνέπεια και ιστορικής – επικράτησης δεν είναι φυσικά εφεύρεση των Αργιτών, ούτε βέβαια και υπόθεση του εικοστού αιώνα. Ο François Pouqueville, για παράδειγμα, ο οποίος με ορμητήριο την Αυλή του Αλή Πασά στα Ιωάννινα επισκέφτηκε την Χρούπιστα γύρω στα 1820, αναφέρει πως η πόλη «[α]ριθμεί διακόσιες οικογένειες Μωαμεθανών, που καυχώνται ότι κατάγονται από τους πρώτους κατακτητές της Μακεδονίας, καθώς και εκατό οικογένειες Χριστιανών, στις οποίες έχουν επιτρέψει να διατηρούν μερικές εκκλησίες», καθώς και την ύπαρξη μια συνοικίας «που ιδρύθηκε από εκατό περίπου οικογένειες Βλάχων προσφύγων από τη Βοσχόπολη, οι οποίες διατηρούν τα έθιμά τους, και ζουν μοιράζοντας το χρόνο τους ανάμεσα στη φροντίδα των ζωντανών τους, τη γεωργία και την υφαντική τέχνη, κατασκευάζοντας μάλλινα χοντρά υφάσματα, από τα οποία ράβονται τα λαϊκά ρούχα». Και είναι βέβαια χαρακτηριστικό το ότι ακόμη και εκατόν ογδόντα χρόνια μετά τον Pouqueville, και πάνω από πεντακόσια μετά την οθωμανική κατάκτηση, ο Λάζαρος Παπαϊωάννου αισθάνεται την ανάγκη να διασαφηνίσει ότι «οι διακόσιες μωαμεθανικές οικογένειες δεν προέρχονταν από τους πρώτους κατακτητές αλλά από τους εποίκους ομοεθνείς τους που οι κατακτητές εγκατέστησαν στη Χρούπιστα»⁰, ώστε να αφαιρεθεί από τις σχεδόν και έναν αιώνα πλέον απομακρυσμένες από την περιοχή διακόσιες «μωαμεθανικές οικογένειες» ο ούτως ή άλλως φαντασιακός σύνδεσμός τους με το έπος της ισλαμικής κατάκτησης.

Αν στις Οδοιπορικές Σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, Νέας Οροθετικής Γραμμής και Θεσσαλίας, που συνέταξε το 1886 ο Ταγματάρχης Νικόλαος Σχινάς, αναφέρεται ότι η Χρούπιστα «[ο]ικείται υπό 3.500 κατοίκων, ων τα 2/3 εισί χριστιανοί το δε 1/3 μωαμεθανοί. Έχει δύο σχολεία αρρένων, παρθεναγωγείον, οθωμανικόν γραμματοδιδασκαλείον, μαγαζεία πολλά, 7 χάνια χωρούντα 270 ίππους (υπάρχουν δε και σταύλοι εις απάσας τας οικίας), τέμενος, εκκλησίαν. Προς δε νεόδμητον στρατώνα και στρατιωτικόν νοσοκομείον, άτινα μετά των χανίων χωρούσι 3.000 περίπου άνδρας. Εκάστην Τρίτην ένεκεν του κεντρικού της θέσεώς της γίνεται εβδομαδιαία αγορά. Παράγει αφθόνους δημητριακούς καρπούς, χόρτον, τυρόν βούτυρον, οπώρας κτλ.», ο σημερινός Δήμος Άργους Ορεστικού προβάλλει «το εξαιρετικά πλούσιο και ενδιαφέρον φυσικό περιβάλλον», «τα παλαιολιθικά και ιστορικά μνημεία» μεταξύ των οποίων τα υστερορωμαϊκά και βυζαντινά αρχαιολογικά κατάλοιπα, αλλά και το λαογραφικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η περιοχή καθώς και τις «γαστρονομικές επιλογές του τόπου» ή και τα ιαματικά λουτρά. Τα περισσότερα αρχιτεκτονικά στοιχεία του παλιού Άργους (της άλλοτε Χρούπιστας «με τους υψηλούς μιναρέδες») έχουν πλέον χαθεί, είναι όμως χαρακτηριστική η τάση, ίσως υποσυνείδητη, να αντιγράφει η σύγχρονη οικιστική αρχιτεκτονική τις αστικές οικίες των αρχών του προηγούμενου αιώνα (εικ. 1). Αντίστοιχα, η εκκλησία της πολιούχου Αγ. Παρασκευής στο κέντρο της παλιάς πόλης «εξωραΐζεται» με την προσθήκη νέας πρόσοψης και μνημειακών προσβάσεων (εικ. 2), ώστε να ξεχαστεί η προ του 1925 χρήση του κτιρίου ως μουσουλμανικού τεμένους (η χρήση τμήματος του παλιού κτιρίου εξηγεί την παρέκκλιση του ναού από τον κανονικό προσανατολισμό μιας χριστιανικής εκκλησίας). Με την πρόσφατη μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη», ο παλαιός Δήμος Άργους Ορεστικού διευρύνθηκε και μετονομάστηκε σε «Δήμο Ορεστίδος», επιχειρώντας έτσι την παλινόρθωση ενός αρχαίου γεωγραφικού όρου, με όχι ευκαταφρόνητη ιστορική βαρύτητα.

 

d_plantzos_article_1 d_plantzos_article_2

 

------------------------------

8 Παπαϊωαννου 1996, 21.

9 Pouqueville 1820-1822, 377.

10 Παπαϊωαννου 1996, 79.

11 Σχινας 1886, 117.

12 http://www.argosorestiko.gr/gr/content/show/&tid=39 (11 Νοεμβρίου 2010).

13 Βλ. Αποστολου 2006.

 

Ορεστίς: λήθη και αναβίωση

Η Ορεστίς ήταν στην αρχαιότητα περιοχή της Άνω Μακεδονίας, ονομασμένη σύμφωνα με τον Στράβωνα (7. 326) από τον μυθικό Ορέστη ο οποίος κατέφυγε εκεί μετά τον φόνο της μητέρας του Κλυταιμνήστρας ιδρύοντας ένα νέο Άργος στη θέση εκείνου που εγκατέλειψε, το Άργος Ορεστικόν. Έχουμε επομένως μια πρώτη απόπειρα ίδρυσης μιας φυλετικής και πολιτισμικής γενεαλογίας, κάτι που μπορεί να έγινε μόλις στην Ελληνιστική περίοδο, με σκοπό να επινοηθεί η καταγωγή των Ορεστών της Μακεδονίας από τον μυθικό Ορέστη και το Άργος των Ατρειδών και να τονιστεί το «όμαιμον» των Μακεδόνων με τους Έλληνες της Νότιας Ελλάδας⁴. Ανάλογα αξιοποιούνται, εξάλλου, από τοπικούς λογίους του δεκάτου ενάτου και του εικοστού αιώνα, αλλά και σημερινούς ιστορικούς, ιστοριοδίφες και αρχαιολόγους της περιοχής καθώς και κάποια ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης (της ιστοσελίδας του Δήμου συμπεριλαμβανομένης) ιστορικές πληροφορίες όπως αυτή του Αππιανού (Συρ. 63) πως το Άργος υπήρξε η πατρίδα των Αργεαδών βασιλέων της Μακεδονίας, οι πληροφορίες από τον Διόδωρο τον Σικελιώτη σχετικά με την καταγωγή από την Ορεστίδα στρατηγών του Αλεξάνδρου όπως ο Περδίκκας και ο Κρατερός, ακόμη και ο δολοφόνος του Φιλίππου Παυσανίας (16.93), ή και η υστερότερη πληροφορία, που παραδίδει ο Στέφανος Βυζάντιος, πως ο Λαγίδης Πτολεμαίος, ο ιδρυτής της πτολεμαϊκής δυναστείας της Αιγύπτου, είχε επίσης καταγωγή από την Ορεστίδα⁵.

Με γεωγραφικό της επίκεντρο την «αργεσταία πεδιάδα» των πηγών (πρβλ. Τίτος Λίβιος 27.33.1. Στράβων, 8 C 372), η Ορεστίς παρέμεινε γεωγραφικά και πολιτικά απομονωμένη για μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της. Οι οικισμοί της προσαρτήθηκαν τελικά στο μακεδονικό βασίλειο επί Φιλίππου Β΄, για να αποσκιρτήσουν το 197 π.Χ. υπέρ των Ρωμαίων, αποκτώντας έτσι μια ιδιότυπη πολιτική ανεξαρτησία την οποία διατήρησαν σε όλη τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα έθνη της Άνω Μακεδονίας⁶. Οι κάτοικοι της Ορεστίδας ήταν κατά τους Αυτοκρατορικούς χρόνους συνασπισμένοι στο Κοινόν των Ορεστών, ένα πολιτειακό σώμα για το οποίο έμμεσες μόνον αρχαιολογικές και ιστορικές πληροφορίες υπάρχουν που δεν έχουν επιτρέψει στην έρευνα να διασαφηνίσει την οργάνωση και λειτουργία του, καθώς και την ιστορική του διαδρομή.

Επίκεντρο της τοπικής, επίσημης, ανεπίσημης και ημιεπίσημης αρχαιολογικής δραστηριότητας γύρω από το Κοινόν των Ορεστών υπήρξε, μέχρι την πρόσφατη έκθεσή του στο νεότευκτο Αρχαιολογικό Μουσείο του Άργους, ένα θραύσμα τιμητικού βάθρου με επιγραφή όπου αναφέρεται ως αποδέκτης ο Αυτοκράτωρ Κλαύδιος (επομένως χρονολογεί το κείμενο μεταξύ του 41 και του 54 μ.Χ.) και το «κοινόν Ορεστών» ως ο αναθέτης (εικ. 3)⁷. Η επιγραφή είχε εντοπιστεί στις αρχές του εικοστού αιώνα εντοιχισμένη στο «οθωμανικόν γραμματοδιδασκαλείον» της Χρούπιστας, θεωρήθηκε χαμένη για μεγάλο χρονικό διάστημα, για να εντοπιστεί πολύ αργότερα στο σπίτι ενός αρχαιοφύλακα, από όπου μεταφέρθηκε στην αίθουσα του Εντευκτηρίου του Μορφωτικού Συλλόγου «Η Ορεστίς». Έμμεσες αναφορές στο Κοινόν εντοπίζονται και σε μία ή δύο άλλες επιγραφές από την ευρύτερη περιοχή⁸, ενθαρρύνοντας την αρχαιοδιφική πρώτα και επιστημονική-αρχαιολογική μετέπειτα αναζήτηση του αρχαίου Άργους Ορεστικού και της έδρας του Κοινού. Το τιμητικό βάθρο του Κλαυδίου, ιδρυμένο από το αρχαίο Κοινόν προς τιμήν του μακρινού Αυτοκράτορά του – αποσκοπώντας βέβαια να οριοθετήσει την ιστορική παρουσία του αναθέτη του έναντι του υπέρτατου, πολιτικά και θρησκευτικά, αποδέκτη του – χρησιμοποιήθηκε έτσι, και χρησιμοποιείται, ως εργαλείο στην προσπάθεια να αποκατασταθεί η ιστορικότητα του σχεδόν λησμονημένου Κοινού, να ανασυσταθεί (να «αναστηλωθεί» θα λέγαμε) η πολιτειακή και ιστορική του οντότητα, αλλά και να καλυφθεί το χάσμα ιστορικής μνήμης ανάμεσα στη σημερινή κοινωνία του Άργους Ορεστικού και στον μακρινό ιστορικό της πρόγονο. Η (άτυπη) έκθεση του βάθρου στις αίθουσες του Μορφωτικού Συλλόγου του Άργους τον περασμένο αιώνα και η επίσημη, πρόσφατη επανέκθεσή του στο νέο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης επιχειρούν την παλιννόστηση της ιστορικότητας της περιοχής και την εκ των υστέρων επαλήθευση της ιστορικής ερμηνείας που αποτολμήθηκε με τη μετονομασία της Χρούπιστας το 1926: η σχέση του σημερινού Άργους με τη γεωγραφική θέση του διασημότερου προγόνου του αποτελεί, ήδη από τις αρχές του εικοστού αιώνα, συστηματική ενασχόληση της τοπικής αρχαιολογίας, θεσμικής και αυτοσχέδιας. Ως αποτέλεσμα «διασποράς», σύμφωνα με την ορολογία του Alfred Gell («distributed object»), το βάθρο αποτελεί δείκτη μιας προσωποποιημένης συλλογικότητας (ανάλογο με αυτόν που ο Gell αποκαλούσε «index of personhood»), ο οποίος χρησιμοποιείται για να αποκατασταθεί η σχέση της σημερινής κοινωνίας με τον ιστορικό της χρόνο και τόπο⁹.

Κατά την περίοδο 1988-1891, και κατά τη διάρκεια σωστικών ανασκαφών που διενεργήθηκαν στην περιοχή, εντοπίστηκαν εκτεταμένα αρχαιολογικά κατάλοιπα στα βορειοδυτικά της σημερινής πόλης, τα οποία ο αρχαιολόγος Θανάσης Παπαζώτος ταύτισε με την υστερορωμαϊκή Διοκλητιανούπολη, μια πόλη που σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Διοκλητιανό, αλλά επανιδρύθηκε από τον Ιουστινιανό σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα, όταν μεταφέρθηκε από την αρχική της θέση εκεί που σήμερα βρίσκεται η πόλη της Καστοριάς⁰. Η δημιουργία εκτεταμένου αρχαιολογικού χώρου στη θέση Αρμενοχώρι γέννησε μια πρώτη εστία αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στις παρυφές του σημερινού Άργους, αλλά και ένα τοπίο μνήμης, καθώς η απαλλοτριωμένη αγροτική έκταση έχει πλέον αναδειχθεί έτσι ώστε να προσφέρεται για περίπατο μελέτης με άξονα το ρωμαϊκό παρελθόν της περιοχής.

Στην ίδια ανασκαφή του 1988-1891 ο Παπαζώτος είχε εντοπίσει, στη γειτονική θέση Παραβέλα, γύρω στο 1,5 χιλιόμετρο βορειοδυτικά της Διοκλητιανούπολης, και ένα κτίριο των Αυτοκρατορικών χρόνων, πάνω στα ερείπια του οποίου είχε μετέπειτα κτιστεί παλαιοχριστιανική τρίκλιτη βασιλική. Ο ανασκαφέας ταύτισε το κτίριο με κάποιο ιερό – μάλλον ηρώο ή χώρο μυστικιστικής ή αγροτικής λατρείας – το 2006 όμως ο αρχαιολόγος Δημήτρης Δαμάσκος αναθεώρησε την παλιά ερμηνεία και πρότεινε νέα, σύμφωνα με την οποία το μνημειώδες κτίσμα αποτελεί δημόσιο κτίριο συναθροίσεων, ενδεχομένως ακόμη και την έδρα του Κοινού των Ορεστών. Για την ερμηνεία του αυτή ο Δαμάσκος αξιοποίησε την αρχιτεκτονική τυπολογία του κτιρίου, ένα μεγάλο αίθριο διαστάσεων 52,40 × 33,20μ. που φαίνεται να επικοινωνεί στη βορειοανατολική πλευρά του με μικρότερη αίθουσα 17,60 × 12μ. με σειρές εδράνων κατά μήκος των δύο μακρών πλευρών της, καθώς και την αψιδωτή διαμόρφωση του βορειοανατολικού άκρου της αίθουσας (εικ. 4). Στο σημείο αυτό, ο Παπαζώτος είχε βρει θραύσμα από χέρι αγάλματος, ανδρικής πιθανότατα μορφής, που κρατεί κλαδί δάφνης. Το σημείο εύρεσης του θραύσματος, δίπλα σε χτιστό βάθρο που βρέθηκε στο κέντρο της αψίδας, οδήγησε τον Δαμάσκο στο συμπέρασμα ότι το χέρι ανήκε σε άγαλμα Απόλλωνα που στεκόταν στο μικρό βουλευτήριο της πόλης ως υπενθύμιση της καταγωγής των Ορεστών από τον μυθικό Ορέστη και το πελοποννησιακό Άργος, του οποίου ο Απόλλωνας ήταν προστάτης. Η νέα ερμηνεία, η οποία συνάδει με την αρχιτεκτονική διαμόρφωση τέτοιων χώρων συνεδρίασης από τον ρωμαϊκό κόσμο, φαίνεται να οδηγεί προς την ταύτιση της Παραβέλας με το διοικητικό και πολιτικό κέντρο του ρωμαϊκού Άργους Ορεστικού, και στο συμπέρασμα ότι η πόλη εξαπλωνόταν γύρω από τον χαμηλό λόφο στον οποίο βρισκόταν το σημαντικό αυτό κτίριο. Η νέα ερμηνεία της παλιάς ανασκαφής βρήκε ιδιαίτερα θετική ανταπόκριση ανάμεσα στους κατοίκους της σύγχρονης πόλης, για τους οποίους ο λόφος της Παραβέλας πάντοτε φαινόταν να κρύβει ιστορική σημασία λόγω των εμφανών αρχαιολογικών λειψάνων που διέσωζε. Είχε μάλιστα χρησιμεύσει, σύμφωνα με πληροφορίες των ντόπιων, και ως «λατομείο» έτοιμου οικοδομικού υλικού τον εικοστό αιώνα και παλαιότερα, ενώ είναι πιθανόν και το τιμητικό βάθρο του Κλαυδίου με την αναφορά στο Κοινόν να ήταν τοποθετημένο μέσα στην αίθουσα του κτιρίου, δίπλα στο άγαλμα του Απόλλωνα.

 

d_plantzos_article_3 d_plantzos_article_4

 

------------------------------

14 Βλ. Δαμασκος 2006 με την προγενέστερη βιβλιογραφία.

15 Βλ., μεταξύ άλλων, Παπαϊωαννου 1996, 31-32. Επίσης, http://www.argosorestiko.gr/gr/content/show/&tid=164 (11 Νοεμβρίου 2010).

16 Βλ. Σαμσαρης 1989. Σβeρκος 2000 και, συνοπτικά, Δαμασκος 2006.

17 Ριζακης - Τουρατσογλου 1985, αρ. 188.

18 Βλ. Ριζακης - Τουρατσογλου 1985, αρ. 186, ενδεχομένως και αρ. 189. Πρβλ. Δαμασκος 2006.

19 Gell 1998. Βλ. και Osborne - Tanner 2007, 10-22.

20 Παπαζωτος 1988.

21 Παπαζωτος 1988, 200-203.

22 Δαμασκος 2006.

 

Πανεπιστημιακή Ανασκαφή Άργους Ορεστικού

Η Πανεπιστημιακή Ανασκαφή Άργους Ορεστικού διεξάγεται στη θέση Παραβέλα από το καλοκαίρι του 2009, υπό τη διεύθυνση του γράφοντος και του Δ. Δαμάσκου. Στην ανασκαφή συμμετέχουν και άλλοι αρχαιολόγοι, επαγγελματίες εργάτες από το Άργος και την ευρύτερη περιοχή, καθώς και φοιτητές των Τμημάτων Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Δυτικής Ελλάδας.

Στους σκοπούς των πρώτων ανασκαφικών περιόδων συγκαταλέγεται η διασαφήνιση της κάτοψης του ρωμαϊκού κτιρίου, της χρονολόγησης και ενδεχομένως και της λειτουργίας του. Δύο ευρήματα, όμως, κινούν την προσοχή σε σχέση με τη χρήση του χώρου μετά την ερήμωση της θέσης προς τα τέλη του τρίτου μεταχριστιανικού αιώνα και την ίδρυση της Διοκλητιανουπόλεως. Αφενός, η ύπαρξη νεκροταφείου που ενδεχομένως να προηγείται χρονικά της βασιλικής, αλλά και η ίδρυση της ίδιας της βασιλικής σε τόση απόσταση από τα τείχη της νέας πόλης. Το μέγεθος του ναού, αλλά και ο αριθμός και ο όγκος των ταφικών μνημείων που ιδρύθηκαν γύρω του, αποτελεί ένδειξη για το ότι ο τόπος διατήρησε τη σημασία του για τους μετεγκατεστημένους κατοίκους του, οι οποίοι επανήλθαν, ενδεχομένως γύρω από το άλλοτε πολιτειακό και θρησκευτικό τους κέντρο, ιδρύοντας νέες λατρείες. Το δεύτερο εύρημα, το οποίο συνδυάζεται με το πρώτο, αποτελούν εκατοντάδες θραύσματα μαρμάρου, από την επένδυση του παλαιότερου δημόσιου κτιρίου του δεύτερου αι. μ.Χ., τα οποία τόσο ο Παπαζώτος όσο και εμείς βρίσκουμε επιμελώς στρωμένα στο χώρο της αίθουσας που κάποτε κοσμούσαν (εικ. 5). Πρόκειται για συστηματική διευθέτηση του υλικού και όχι απλώς μια τυχαία συσσώρευση λόγω κατάρρευσης του κτιρίου ή μεταγενέστερης επίχωσής τους ώστε να καθαριστεί ο χώρος. Αντιθέτως, φαίνεται ότι τοποθετήθηκαν εκεί σε μια προσπάθεια να εξωραϊστεί ο χώρος και ενδεχομένως να στραγγίζονται τα νερά που αφθονούν στην περιοχή (πράγμα που σημαίνει ότι τα ερείπια του ρωμαϊκού κτιρίου θα ήταν ορατά και όταν η βασιλική ήταν σε χρήση)⁴. Η μέχρι τώρα ανασκαφική εικόνα δίνει, επομένως, την εντύπωση ότι ο χώρος της αψίδας του παλιού μεγάρου έτυχε ιδιαίτερης προσοχής κατά την ανέγερση και χρήση της μεταγενέστερης βασιλικής, μιας προσοχής που ενδεχομένως σχετίζεται με τη σημασία των ερειπίων για το συλλογικό φαντασιακό της νεώτερης κοινότητας. Ελπίζουμε ότι η περαιτέρω διερεύνηση του χώρου θα μας επιτρέψει να διαμορφώσουμε μια πιο συγκροτημένη άποψη για τη χρήση του κατά τους ρωμαϊκούς και υστερορωμαϊκούς χρόνους.

Παράλληλα με το κύριο ανασκαφικό έργο, και σε συνεργασία με την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία για την προστασία της φυσικής και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς MOnuMENTA⁵, πραγματοποιείται το Πρόγραμμα «Ανασκαφή και Τοπική Κοινωνία: Άργος Ορεστικό», με σκοπό την έρευνα του τρόπου με τον οποίο η τοπική κοινωνία του Άργους δραστηριοποιείται γύρω από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα της περιοχής (εικ. 6). Με επιτόπια έρευνα, προσωπικές συνεντεύξεις, ερωτηματολόγια κοινού και άλλες παρόμοιες μεθόδους προσπαθούμε να χαρτογραφήσουμε τις ανεπίσημες (ή ημιεπίσημες) αρχαιολογίες της περιοχής, αλλά και να ερευνήσουμε τον βαθμό στον οποίο αυτές επηρεάζουν το δικό μας έργο. Σκοπός μας είναι να μελετήσουμε τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες οι τοπικές κοινωνίες επιχειρούν τη συγκρότηση ενός αυθεντικού αφηγήματος για το παρελθόν, ενός αφηγήματος που να λαμβάνει υπ’ όψιν τις ανάγκες τους για σύνδεση με μια ελκυστική εκδοχή της αρχαιότητας την οποία να μπορούν να προβάλλουν εντός και εκτός των ορίων τους. Παράλληλα θα μελετηθεί η επιρροή που ασκεί η τοπική κοινωνία στην ανασκαφική ομάδα, καθώς με πληροφορίες, υποδείξεις, παροχή στοιχείων ή απόκρυψη άλλων καθορίζεται το περιεχόμενο της αρχαιολογικής έρευνας και επηρεάζεται η φύση των πορισμάτων της.

 

d_plantzos_article_5 d_plantzos_article_6

 

------------------------------

23 Δαμασκος – Πλαντζος (υπό έκδοση) α. Δαμασκος - Πλαντζος (υπό έκδοση) - β. Βλ. επίσης http://www.argosorestikonproject.org/.

24 Ευχαριστώ θερμά τον Πάνο Βαλαβάνη για την πολύτιμη αυτή υπόδειξή του.

25 Βλ. http://www.monumenta.org. Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε από τους Δ. Πλάντζο, Δ. Δαμάσκο και Ε. Γρατσία την περίοδο 2009-2010 και εφαρμόστηκε πιλοτικά κατά την ανασκαφική περίοδο 2010. Συμπληρώθηκαν 39 ερωτηματολόγια από 26 άντρες και 13 γυναίκες. Αντιπροσωπεύονται σχεδόν όλες οι ηλικιακές ομάδες (από 12-72 ετών), με μεγαλύτερη αντιπροσώπευση των ηλικιών 50-60 και 20-30, αρκετά από τα επαγγέλματα (γουνέμποροι, οικοδόμοι, εκπαιδευτικοί, φοιτητές, μαθητές κ.ά.) και όλες οι εκπαιδευτικές βαθμίδες. 24 κατοικούν στο Άργος Ορεστικό και 5 στην Καστοριά και σε γύρω περιοχές. Στόχος της έρευνας ήταν το δείγμα να είναι αντιπροσωπευτικό όλων των ομάδων κατοίκων του Άργους Ορεστικού. Μικρή επεξεργασία των απαντήσεων δείχνει ότι οι κάτοικοι ενδιαφέρονται για την πολιτιστική τους κληρονομιά, ειδικά το δείγμα που αντιπροσωπεύει τις μεγαλύτερες ηλικιακά ομάδες: 26 δηλώνουν πρόθυμοι να προσφέρουν εθελοντική εργασία στον αρχαιολογικό χώρο, και 38 από τους 39 επιθυμούν την αύξηση του τουρισμού ως αποτέλεσμα της ανάδειξης των αρχαιολογικών μνημείων του τόπου τους. Στην ερώτηση «ποιο πρόσωπο της ιστορίας θαυμάζετε», 13 απάντησαν τον Μέγα Αλέξανδρο. Από τα 11 πρόσωπα που επιλέχθηκαν, 9 προέρχονται από την αρχαία ελληνική ιστορία, 5 από τη νεώτερη, και 1 από την ιστορία των βυζαντινών χρόνων. Το Πρόγραμμα συνεχίζεται και για τις ανασκαφικές περιόδους 2011 και 2012. Βλ. την ιστοσελίδα http://www.argosorestikonproject.org για την αναλυτική έκθεση των πορισμάτων της έρευνας.

 

Συλλογική μνήμη: συγκρότηση και εμπέδωση

Το έργο της ανασκαφικής ομάδας έχει ήδη βοηθηθεί σημαντικά, για παράδειγμα, από την προσωπική έρευνα του Αργίτη Κώστα Κυριάζου, ερασιτέχνη φωτογράφου και πιλότου, μέλους της Αερολέσχης Καστοριάς, ο οποίος άλλωστε οδήγησε και τον Παπαζώτο στην Παραβέλα, καθώς τα θαμμένα ερείπια της θέσης άφηναν ίχνη στη βλάστηση της περιοχής που τα καθιστούσαν ορατά από αέρος (εικ. 7). Οι έρευνες του Κυριάζου στην ευρύτερη περιοχή του Άργους Ορεστικού συνιστούν μια συνεπή, συστηματική και ολοκληρωμένη προσπάθεια συλλογής στοιχείων και ερμηνείας τους, μια προσπάθεια κεντρόφυγη όσον αφορά τις επιστημονικές της αναφορές, αλλά με συγκροτημένη στρατηγική: την επανάκτηση της χαμένης γνώσης για το παρελθόν μέσα από τα υλικά του κατάλοιπα, όπως αυτά συντηρούνται στη μνήμη του τοπίου. Αντίστοιχη, οικολογικής κατεύθυνσης, είναι και η αρχαιολογική ατζέντα μιας δραστήριας ομάδας νέων Αργιτών, με ορμητήριό τους τον κυβερνοχώρο, της επονομαζόμενης «cyberότσαρκας». Δηλωμένος σκοπός τους είναι η περιδιάβαση, η «τσάρκα», στα «μυστικά του τόπου τους». Οι αναρτήσεις στην ιστοσελίδα τους, όπου δημοσιεύονται αναφορές από τις δραστηριότητές τους, εκφράζουν έναν πηγαίο ενθουσιασμό για τον τόπο τους, μια νέο-ρομαντική θα λέγαμε προσήλωση στην τοπική ιστορία και κουλτούρα, αλλά και μια αγωνία για την διατήρηση αυτού που εκείνοι θεωρούν ως τοπικό πλούτο – αρχαιολογικό, ιστορικό, πολιτισμικό, περιβαλλοντικό – υπό την απειλή της παγκοσμιοποίησης (εικ. 8)⁶.

 

d_plantzos_article_7 d_plantzos_article_8

 

Η προσπάθεια για ανάδειξη της τοπικής ιδιαιτερότητας δεν είναι βέβαια πρωτοτυπία του Άργους Ορεστικού• η περιοχή όμως, με την ευαισθητοποιημένη και δραστηριοποιημένη τοπική κοινωνία της, αποτελεί για την Πανεπιστημιακή Ανασκαφή Άργους Ορεστικού ένα ιδανικό πεδίο έρευνας, καθώς μπορούμε να παρατηρήσουμε τις συγκροτήσεις, αναπλάσεις, αναβιώσεις και αναπαραγωγές της συλλογικής μνήμης με άξονα το απόμακρο κλασικό παρελθόν. Κοινή συνισταμένη των επιδιώξεων της τοπικής κοινωνίας σχετικά με τον αρχαιολογικό χώρο της Παραβέλας – όπως άλλωστε και με αυτόν της Διοκλητιανούπολης – είναι να αποτελέσουν πηγή έλξης στην περιοχή, με την προσδοκία βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης βασισμένης (και) στον τουρισμό. Σε μια εποχή όπου η πολιτισμική βιομηχανία της Ελλάδας οργανώνεται πλέον με σχεδόν αποκλειστικό άξονα τον τουρισμό, είναι μάλλον τυπικό το φαινόμενο οι τοπικές κοινωνίες να μετατρέπουν τον ζωτικό τους χώρο σε εικόνα ενός φαντασιακού ιστορικού εαυτού (simulacrum) αποσκοπώντας στην επιβεβαίωση της ιδιαιτερότητάς τους⁷. Αν αυτό κάποτε γινόταν με την υψηλή καθοδήγηση της πολιτείας (και την ενθάρρυνση της θεσμικής αρχαιολογίας) σήμερα πλέον γίνεται αποκεντρωμένα, βάσει τοπικής, δημόσιας ή ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Οι πρωτοβουλίες αυτές συνιστούν, εν μέρει τουλάχιστον, και απάντηση στην οικονομική παγκοσμιοποίηση που οδήγησε σε μαρασμό τις άλλοτε ανθηρές τοπικές βιοτεχνίες. Στην περιοχή της Καστοριάς, για παράδειγμα, η κρίση στην αγορά γούνας (σήμερα τα ηνία έχει, και σε αυτόν τον τομέα, η Κίνα) έχει οδηγήσει εκτεταμένες ομάδες του πληθυσμού σε αναζήτηση άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, και η ανάδειξη του τοπικού παρελθόντος φαντάζει, προς το παρόν τουλάχιστον, ως μια εφικτή λύση⁸. Η τοπική εξαίρεση – ιστορική, πολιτισμική, περιβαλλοντική ή άλλη – αποτελεί πλέον το δέλεαρ της επί τόπου επίσκεψης και κατανάλωσης. Η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι κάτοικοι του Άργους Ορεστικού και της ευρύτερης περιοχής προσεγγίζουν πλέον το παρελθόν και τη διαχείρισή του, τους έχει οδηγήσει και σε αλλαγή στάσης σε σχέση με την άλλη, πιο παραδοσιακή μορφή «τοπικής αρχαιολογίας» στην περιοχή, την αρχαιοκαπηλία. Η παράνομη ανασκαφή αρχαιολογικών θέσεων ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη, και συνεχίζεται και σήμερα σε μεγάλο βαθμό, τα τελευταία χρόνια όμως οι διαθέσεις της τοπικής κοινωνίας γύρω από αυτό το θέμα φαίνεται να αλλάζουν, τουλάχιστον σε επίπεδο προθέσεων και ρητορικής.

Ως εκ τούτου, η μνήμη του τόπου συγκροτείται εκ νέου ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει στις νέες απαιτήσεις⁹. Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτό που συγκροτείται είναι ένα νέο ιστορικό αφήγημα, παρουσιασμένο ως ανάμνηση: ενώ κάποιοι ενδεχομένως και να ανησυχούν ότι σε περιπτώσεις όπως του Άργους η μνήμη μεταμφιέζεται σε ιστορία (απειλώντας δηλαδή την επιστημονική ακεραιότητα των αφηγημάτων της) στην πραγματικότητα είναι η ιστορία που παραδίδεται στο συλλογικό φαντασιακό ενδεδυμένη τον μανδύα της μνήμης. Αυτό που η τοπική κοινωνία καλείται να «θυμηθεί», ανατρέχοντας στο προ πολλού λησμονημένο παρελθόν, είναι ένα νεότευκτο ιστορικό αφήγημα, ιδιοσυγκρασιακό ενδεχομένως και εν πολλοίς αυτοσχέδιο, αδόκιμο ή εναλλακτικό, αλλά πάντως καίριο και «αληθινό». Επιστρέφουμε έτσι στις διαπιστώσεις του Foucault, που αν και με ξεκάθαρο ευρωκεντρικό προσανατολισμό ο ίδιος, επεσήμανε τη θυμική προσκόλληση όλων των σύγχρονων κοινωνιών σε κάθε είδους «ερειπωμένες πόλεις και αινιγματικά μνημεία», που τις περιβάλλουν⁰. Αναζητώντας τις ιστορικές ασυνέχειες πίσω από επάλληλα διαπλεκόμενα στρώματα προσλήψεων του παρελθόντος, ο σύγχρονος ιστορικός διαπιστώνει ότι πρέπει να κατευθύνει την έρευνά του πέρα από το αφήγημα του ενιαίου, σημαντικού και αξιομνημόνευτου παρελθόντος, και προς τις διαδικασίες συγκρότησης, εμπέδωσης και διαρκούς αναθεώρησης του αφηγήματος αυτού.

Πέρα όμως από τις εύλογες και προφανείς επιδιώξεις της τοπικής κοινωνίας, οι πρωτοβουλίες ανάδειξης του παρελθόντος εκφράζουν και την αγωνία της απέναντι σε ευρύτερες εξελίξεις: η «Βαλκανοποίηση» της ιστορίας τις τελευταίες δεκαετίες, όρος που δανείζομαι από τον Samuel, έχει αναγάγει τη λαϊκή μνήμη και την «ανεπίσημη γνώση» που παράγουν και αναμεταδίδουν οι τοπικές κοινωνίες σε πολύτιμο εργαλείο διεθνούς στρατηγικής. Την ίδια στιγμή που το αρχαίο Άργος Ορεστικό ανα-σκάπτεται, ανα-καλύπτεται, ανα-καλείται στη συλλογική μνήμη της τοπικής όσο και της επιστημονικής κοινότητας, η Χρούπιστα – κάποτε «ένας από τους πλέον τυπικούς μικρόκοσμους της Μακεδονίας του δεκάτου ενάτου αιώνα» αλλά σήμερα χαμένη στη συλλογική λήθη του κραταιού ελληνικού εθνικού κράτους – ανακαλείται συστηματικά στη μνήμη «άλλων» εθνοτικών κοινοτήτων με ισχυρούς πολιτισμικούς και ιστορικούς δεσμούς στην περιοχή. Στις συζητήσεις μας με τους Αργίτες, η γνώση γύρω από το ιστορικό παρελθόν προβάλλει διαρκώς ως αντίδοτο απέναντι στις (υπαρκτές ή και συχνά θεωρούμενες ως υπαρκτές) εδαφικές και άλλες, κυρίως πολιτισμικές, διεκδικήσεις άλλων τοπικών ή εθνοτικών ομάδων εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων. Η εντατική καλλιέργεια της ατομικής και συλλογικής μνήμης σε τοπικό μάλλον παρά σε εθνικό επίπεδο έχει ορθά θεωρητικοποιηθεί ως επιφαινόμενο της οικονομικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης αλλά και ως αντίδραση σε αυτήν. Η εμπειρική αίσθηση ότι ο κόσμος – το παγκόσμιο θέατρο ιστορικής μνήμης – συρρικνώνεται σε μερικά Mega- ή Gigabytes ηλεκτρονικής πληροφορίας και εξ αποστάσεως εμπειρίας οδηγεί, κυρίως νέους ανθρώπους, στην αναζήτηση μιας βασικής, φονταμενταλιστικής «τοπικής αλήθειας» που υπερβαίνει την παγκόσμια, ακόμη και την εθνική αυθεντία.

Η διαδικασία αναβίωσης της συλλογικής μνήμης, μια διαδικασία επινόησης και ανασυγκρότησης, εγγράφεται στο σώμα των κατοίκων ως ένα τελετουργικό το οποίο παρακάμπτει τις ακαδημαϊκές διαδικασίες μετάδοσης της γνώσης, όπως άλλωστε η θεσμική αρχαιολογία εγγράφεται στο σώμα του αρχαιολόγου με την έρευνα στο πεδίο, τη χειρωνακτική εργασία, τη φυσική δραστηριότητα⁵. Ο επιτελεστικός χαρακτήρας της τοπικής αρχαιολογίας, σε «ανάμνηση» ενός μακρινού παρελθόντος το οποίο επιχειρεί να αναβιώσει, υιοθετεί τις νεωτερικές στρατηγικές των θεσμικών λειτουργών ώστε να οικειοποιηθεί το ενδιαφέρον τους⁶. Μακριά από την πολιτική, οικονομική, ή και πολιτιστική ηγεμονία της μητρόπολης – είτε αυτή είναι οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο είτε η Αθήνα ή και η Καστοριά ακόμη – οι τοπικές κοινωνίες συνθέτουν ιδιότυπες (και φαινομενικά ατελείς) εκδοχές της νεωτερικότητας στην προσπάθειά τους να διεκδικήσουν εκ νέου κεντρικό ρόλο σε εθνικό ή υπερ-εθνικό επίπεδο⁷. Η ανασυγκρότηση της συλλογικής μνήμης επιχειρείται έτσι ώστε να παρακαμφθεί η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, αν και τα μέσα που χρησιμοποιούνται αποτελούν κομμάτι της. Η μελέτη αυτών των διαδικασιών δεν μας επιτρέπει μόνον να κατανοήσουμε τις τοπικές κοινωνίες και τον τρόπο λειτουργίας τους, αλλά και τον ρόλο τον οποίο το παρελθόν διαδραματίζει σε αυτές ως φορέας ιστορικής και πολιτισμικής μνήμης.

------------------------------

26 http://www.cyberotsarka.gr/

27 Πρβλ. MacCannell 1999, 39-56.

28 Πρβλ. Dicks 2003, 28-37.

29 Halbwachs 1992, 46-51. Πρβλ. Alcock 2002. Olick 2003. Fortunati – Lamberti 2010.

30 Foucault 1977, 159.

31Samuel 1994, 3-48.

32 Koliopoulos 2007, 180.

33 Πρβλ. το λήμμα «Krupista» στη βουλγαρική Wikipedia: http://bg.wikipedia.org/wiki/%D0%A5%D1%80%D1%83%D0%BF%D0%B8%D1%89%D0%B0 (24 Απριλίου 2011). Η Χρούπιστα συχνά εμφανίζεται στη ρητορική αλυτρωτισμού εθνοτικών ομάδων της σημερινής Βουλγαρίας και Ρουμανίας.

34 Πρβλ. Robertson, 166-177.

35 Βλ. Connerton 1989, 72-104.

36 Πρβλ. Bhabha 1994, 121-131.

37 Πρβλ. Buell 1994, 325-343. Επίσης, Appadurai 2001.

 

Ευχαριστώ την Αγγελική Κουφού και τον Γιώργο Τζεδόπουλο για την πολύτιμη βοήθειά τους εντός και εκτός «αρχείου», καθώς και το ακροατήριο του συνεδρίου όπου παρουσίασα μια πρώτη μορφή αυτού του κειμένου, για τη στήριξη και τις παρατηρήσεις τους. Η Πανεπιστημιακή Ανασκαφή Άργους Ορεστικού (http://www.argosorestikonproject.org) τελεί υπό την εποπτεία της ΚΘ΄ Εφορείας Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων (Φλώρινα) και της 16ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (Καστοριά), και κατά τα έτη 2009-2011 χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου από τον τακτικό προϋπολογισμό του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είμαι ευγνώμων στον Δημήτρη Δαμάσκο με τον οποίο μοιράζομαι τη διεύθυνση του Προγράμματος, και στην Ειρήνη Γρατσία που έχει αναλάβει την ευθύνη της δράσης «Ανασκαφή και Τοπική Κοινωνία: Άργος Ορεστικό», τα πρώτα πορίσματα της οποίας χρησιμοποιώ στην παρούσα μελέτη. Ευχαριστίες εκφράζονται επίσης στους Εφόρους Αρχαιοτήτων Κώστα Σουέρεφ και Αγγελική Στρατή, τον πρώην Δήμαρχο Άργους Ορεστικού Νικόλαο Τοτονίδη, τον Κώστα Κυριάζο, και την ομάδα του cyberotsarka.gr για τη φιλοξενία και τη βοήθειά τους κατά τα έτη 2008-2010.

 

Δημήτρης Πλάντζος - Η αρχαιολογία της μνήμης: Άργος Ορεστικό

 

Κ. Μπουραζέλης, Β. Καραμανωλάκης και Σ. Κατάκης (επιμ.)

Η μνήμη της κοινότητας και η διαχείρισή της.

Μελέτες από μια ημερίδα αφιερωμένη στη μνήμη του Τίτου Παπαμαστοράκη (Αθήνα: 2012), 189-210.

 

istorimata-181x250 project-444x250 prosopiko-312x250

 

 

Βιβλιογραφία

Adler, T. P. 1974. «Pinter’s Night: a stroll down Memory Lane», Modern Drama 17, 461-465.

Alcock, S. E. 2002. Archaeologies of the Greek Past. Landscape, Monuments, and Memories, Cambridge.

Αποστολου, B. 2006. Οι οικισμοί της Ανασελίτσης το 1922. Εκθέσεις του Υποδιοικητή της Υποδιοικήσεως Ανασελίτσης Γ. Χαρισίου, Καλονέρι Κοζάνης.

Appadurai, A. 2001. «Grassroots Globalization and the Research Imagination», στο A. Appadurai (επιμ.), Globalization, Darham - London, 1-21.

Assmann, Α. 2010. «Canon and Archive», στο A. Erill - A. Nünning (επιμ.), A Companion to Cultural Memory Studies, Berlin – New York, 96-106.

Assmann, J. 1988. «Kollektives Gedächtnis und kulturelle Identität», στο J. Assmann - T. Hölscher (επιμ.), Kultur und Gedächtnis, Frankfurt, 9-19.

---------- 1992. Das kulturelle Gedächtnis. Schrift, Erinnerung und politische Identität in frühen Hochkulturen, München.

---------- 1995. «Collective memory and cultural identity», New German Critique 65 , 125-133.

Bhabha, H. 1994. The Location of Culture, London – New York.

Buell, F. 1994. National Culture and the New Global System, Baltimore – New York.

Connerton, P. 1989. How Societies Remember, Cambridge.

Δαμασκος, Δ. 2006. «Τοπογραφικά ζητήματα της Ορεστίδος και η αναζήτηση της έδρας του Κοινού των Ορεστών», ΑΕΜΘ 20, 911-922.

Δαμασκος, Δ. - Πλαντζος, Δ. (υπό έκδοση) α. «Πανεπιστημιακή Ανασκαφή στο Άργος Ορεστικό», ΑΕΜΘ 23, 2009.

---------- (υπό έκδοση) β. «Πανεπιστημιακή Ανασκαφή Άργους Ορεστικού», ΑΕΜΘ 24, 2010.

Dicks, B. 2003. Culture on Display. The Production of Contemporary Visitability, Maidenhead, 28-37.

Fortunati, V. – Lamberti, E. 2010. «Cultural memories: the making of Europe», στο A. Erill - A. Nünning (επιμ.), A Companion to Cultural Memory Studies, Berlin – New York, 127-137.

Foucault, M. 1977. «Nietzsche, Genealogy, History», στο D. F. Bouchard (επιμ.), Language, Counter-Memory, Practice. Selected Essays and Interviews, Ithaca, 139-64.

Gell, A. 1998. Art and Agency. An Anthropological Theory, Oxford.

Halbwachs, M. 1992. On Collective Memory, Chicago - London.

Huyssen, A. 2003. Present Pasts. Urban Palimpsests and the Politics of Memory, Stanford.

Koliopoulos, Ι. 2007. «The shaping of the new Macedonia (1798-1870)», στο I. Koliopoulos (επιμ.), The History of Macedonia, Thessaloniki, 169-181.

Lowenthal, D. 1985. The Past is a Foreign Country, Cambridge.

MacCannell, D. 1999. The Tourist. A New Theory of the Leisure Class, Los Angeles - London.

Olick, J. K. (επιμ.) 2003. States of Memory. Continuities, Conflicts, and Transformations in National Retrospection, Darham - London.

Osborne, R. - Tanner, J. 2007. «Introduction: Art and Agency and Art History», στο R. Osborne - J. Tanner (επιμ.), Art’s Agency and Art History, Oxford, 1-27.

Παπαζωτος, Θ. 1988. «Ανασκαφή Διοκλητιανουπόλεως. Οι πρώτες εκτιμήσεις», ΑΔ 43, Μελέτες, 195-216.

Παπαϊωαννου, Λ. Α. 1996. Άργος Πόλη Ορεστίδας, Άργος Ορεστικό.

Pouqueville, F., Voyage en Grèce, Γ΄, Παρίσι 1820–1822 (2η έκδ. 1826-1827).

Ριζακης, Θ. - ΤουρΑτσογλου, Γ. 1985. Επιγραφές Άνω Μακεδονίας (Ελίμεια, Εορδαία, Νότια Λυγκηστίς, Ορεστίς), Αθήνα.

Robertson, R. 1992. Globalization. Social Theory and Global Culture, London.

Σαμσαρης, Δ. Κ. 1989. Ιστορική Γεωγραφία της Ρωμαϊκής Επαρχίας της Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη.

Samuel, R. 1994. Theatres of Memory. 1: Past and Present in Contemporary Culture, London – New York.

Σβeρκος, Η. Κ. 2000. Συμβολή στην Ιστορία της Άνω Μακεδονίας των Ρωμαϊκών Χρόνων (πολιτική οργάνωση – κοινωνία – ανθρωπωνύμια), Θεσσαλονίκη.

ΣχινΑς, N. Θ. 1886. Oδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, Nέας οροθετικής γραμμής και Θεσσαλίας, Α΄, Αθήνα, 117.